
Το μπρόκολο είναι ετήσιο φυτό της οικογένειας των Κραμβοειδών (Σταυρανθών) και ανήκει στο γένος Brassica. Η καταγωγή του είναι από την Ιταλία. Πρόκειται για ένα ταχέως αναπτυσσόμενο φυτό που μπορεί να φτάσει σε ύψος έως και 90 εκατοστά. Στην Ελλάδα, η σπορά πραγματοποιείται συνήθως από τα τέλη της άνοιξης έως τις αρχές του καλοκαιριού, ενώ η συγκομιδή ξεκινά στα μέσα του φθινοπώρου. Ο πολλαπλασιασμός γίνεται είτε με απευθείας σπορά στον αγρό είτε σε σπορεία· στη δεύτερη περίπτωση τα φυτά μεταφυτεύονται όταν φτάσουν σε ύψος περίπου 15 εκατοστών. Υπάρχουν διάφορες ποικιλίες, η επιλογή των οποίων εξαρτάται κυρίως από την εποχή σποράς.
Η καλλιέργεια του μπρόκολου απαιτεί πολύ καλή προετοιμασία του εδάφους. Κατά την πρώτη εγκατάσταση προτείνεται όργωμα σε βάθος 30–40 εκατοστών, ώστε να βελτιωθεί η αποστράγγιση, ο αερισμός και η υφή του εδάφους, διευκολύνοντας την ανάπτυξη των φυτών και μειώνοντας την παρουσία ζιζανίων. Αν και το μπρόκολο μπορεί να αναπτυχθεί σε διάφορους τύπους εδαφών, προτιμά τα καλά στραγγιζόμενα και γόνιμα, πλούσια σε οργανική ουσία, με ιδανικό pH από 6 έως 6,5. Είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο στον παγετό και εμφανίζει προβλήματα σε θερμοκρασίες κάτω από το μηδέν.
Η φύτευση γίνεται σε γραμμές με αποστάσεις 40–90 εκατοστών μεταξύ τους και 20–40 εκατοστά μεταξύ των φυτών. Συχνά εφαρμόζεται και η μέθοδος των διπλών γραμμών, όπου κάθε ζευγάρι απέχει περίπου 1 μέτρο από το επόμενο και οι δύο γραμμές μεταξύ τους 30 εκατοστά. Οι σπόροι χρειάζονται 6 έως 10 ημέρες για να βλαστήσουν και να αναδυθούν. Το μπρόκολο θεωρείται λαχανικό ψυχρής περιόδου και αναπτύσσεται καλύτερα σε θερμοκρασίες εδάφους 15–17 °C. Το ριζικό του σύστημα είναι σχετικά επιφανειακό, φτάνοντας έως τα 45 εκατοστά, γι’ αυτό έχει αυξημένες ανάγκες σε νερό. Αμέσως μετά τη φύτευση, η άρδευση είναι απαραίτητη.
Η ιδανική θερμοκρασία περιβάλλοντος για την ανάπτυξή του κυμαίνεται από 15 έως 20 °C. Τα αμμοπηλώδη εδάφη με οργανική ουσία θεωρούνται καταλληλότερα, ενώ η ηλιακή ακτινοβολία είναι καθοριστική για τη φωτοσύνθεση και την τελική απόδοση της καλλιέργειας.
Η λίπανση του μπρόκολου ξεκινά με βασική λίπανση πριν την εγκατάσταση, μέσω ενσωμάτωσης κοπριάς ή κομπόστ στο έδαφος. Κατά την ανάπτυξη των φυτών απαιτούνται μία έως δύο συμπληρωματικές εφαρμογές με ισορροπημένα ή υδατοδιαλυτά λιπάσματα (άζωτο, φώσφορο, κάλιο). Η υδρολίπανση θεωρείται η πιο αποτελεσματική μέθοδος, ενώ τα διαφυλλικά λιπάσματα επιταχύνουν την απορρόφηση των θρεπτικών στοιχείων. Το μπρόκολο είναι ευαίσθητο σε ελλείψεις ιχνοστοιχείων όπως το βόριο και το μολυβδαίνιο, συνεπώς οι εδαφολογικές αναλύσεις είναι απαραίτητες για τον καθορισμό των αναγκών. Μικρές δόσεις υγρού λιπάσματος ευνοούν την παραγωγή πλευρικών κεφαλών.
Όπως και τα περισσότερα φυτά, το μπρόκολο είναι ευάλωτο σε ζιζάνια, έντομα και ασθένειες. Η έγκαιρη πρόληψη και αντιμετώπιση με τη συμβουλή γεωπόνων και τη χρήση κατάλληλων φυτοφαρμάκων είναι κρίσιμη. Σημαντικοί εχθροί του είναι η πιερίδα, η μύγα και ο άλτης των σταυρανθών, οι αλευρώδεις και διάφορα λεπιδόπτερα. Παράλληλα, η καλλιέργεια μπορεί να προσβληθεί από ασθένειες όπως περονόσπορο, αλτερνάρια, ωίδιο, καρκίνωση ριζών, κερκοσπορίαση και μαύρη κηλίδωση φύλλων και λαιμού.
Η άρδευση πρέπει να γίνεται με προσεκτικά καθορισμένους κύκλους, ανάλογα με την εποχή, το είδος εδάφους και το στάδιο ανάπτυξης. Το μπρόκολο είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο στην υπερβολική υγρασία και καταστρέφεται γρήγορα όταν το νερό λιμνάζει. Αντίθετα, η έλλειψη νερού οδηγεί σε μειωμένη ανάπτυξη και υποβάθμιση της ποιότητας. Στα πρώτα στάδια ανάπτυξης, ιδιαίτερα τους καλοκαιρινούς μήνες, απαιτούνται συχνά ποτίσματα ώστε το έδαφος να παραμένει υγρό. Οι πιο κρίσιμες φάσεις είναι η βλάστηση και ο σχηματισμός της κεφαλής. Η στάγδην άρδευση είναι η πλέον ενδεδειγμένη μέθοδος, καθώς ελαχιστοποιεί τις απώλειες από εξάτμιση και απορροή, ενώ επιτρέπει ταυτόχρονη υδρολίπανση. Μπορεί να εφαρμοστεί σε υπαίθριες και θερμοκηπιακές καλλιέργειες, χρησιμοποιώντας σωλήνες PE Φ16 ή Φ20 με μικρή ισαπόσταση ή με αυτόνομους σταλάκτες. Στην υδροπονία χρησιμοποιούνται σταλάκτες ανθεκτικοί στα οξέα, καθώς το θρεπτικό διάλυμα περιλαμβάνει και οξέα για ρύθμιση του pH.
Μια ακόμη μέθοδος είναι ο καταιονισμός, ο οποίος βασίζεται στη χρήση εκτοξευτήρων μικρής ή μεγάλης ακτίνας. Αυτή η τεχνική απαιτεί αντλητικά συγκροτήματα μεγάλης ισχύος λόγω των υψηλών πιέσεων λειτουργίας.
Η χρήση σύγχρονων μεθόδων άρδευσης συμβάλλει στη μεγιστοποίηση της παραγωγής, στη μείωση της κατανάλωσης νερού και του συνολικού κόστους. Η αξιοπιστία, η ανθεκτικότητα και η υψηλή ποιότητα των συστημάτων άρδευσης που αντέχουν σε δύσκολες συνθήκες και εξασφαλίζουν μακροχρόνια απόδοση αποτελούν βασικό χαρακτηριστικό της εταιρίας μας.
- Σωλήνες Άρδευσης DRIP-PAL, SUPER-PAL, (Μαύρο & Λευκό), AGROPAL HDPE 80 και HYDROPAL PE 100
- Σταλακτηφόροι Σωλήνες : (PALADRIP, PALADRIP-SLIM, PALADRIP-XL, PALADRIP-FC)
- Σταλακτηφόρος Ταινία : (PALADRIP-TAPE-SD)
- Εξαρτήματα Σταλακτηφόρου Σωλήνα, Εξαρτήματα Σταλακτηφόρου Ταινίας Και εξαρτήματα Φις
- Εξαρτήματα, Σετ υδροπονίας & Σταλάκτες Άγρας, Αξιός, Αγραπόνικ, Νέστος.
- Σέλες , Βάνες , Φίλτρα, Εξαρτήματα τύπου Lock & Κοχλιωτά

